Σας αρέσει ο τίτλος σήμερα? Εγώ και τώρα που κάθομαι να το γράψω ακόμα δεν το πιστεύω το σκηνικό που έζησα το σαββατοκύριακο. Ας τα πάρω απ'την αρχή, με μία ερώτηση σε σας καλοί μου. Έχετε τσακωθεί ποτέ με φίλο/η σας? Σοβαρά όμως. Να μη μιλήσετε για κάποιες μέρες και τέτοιο σκηνικό..να διαφωνήσατε έντονα, όχι για το αν θα πάτε για ποτό Γκάζι ή Κολωνάκι. Λοιπόν εγώ ποτέ ως τώρα..Βασικά, να πω την μαύρη μου αλήθεια, εκτός από τσακωμούς με γονείς, παίζει να μην έχω τσακωθεί σοβαρά με άνθρωπο. Οκ, μπορεί να είμαι ξενέρωτη, μετριοπαθής (διαλλακτική το λένε επίσημα), είμαι και εγώ εύκολος άνθρωπος βρε παιδί μου, αν δε με τσιγκλίσεις πάρα πολύ δεν πρόκειται να ακουστώ. Ειδικά με φίλους μου δεν είχα ποτέ ούτε μια αψιμαχία (εκτός από αυτές που αναφέρω παραπάνω-αν θα πάμε για ποτό ή για φαΐ και γιατί δεν μπορούμε να συντονιστούμε να πάμε ένα θέατρο της προκοπής). Αλλά για όλα υπάρχει η πρώτη φορά. Από εκεί που δεν το περιμένεις.
Όλα προμήνυαν ένα όμορφο τριήμερο. Οι γονείς μου είχαν πάει μια εκδρομή στο εξοχικό κάποιων φίλων τους, ο Λ. δεν είχε πολύ δουλειά και εγώ είχα ξεμπερδέψει με εργασίες για το μεταπτυχιακό και ετοιμαζόμουν να απολαύσω τρεις μέρες μακριά από την πολύβουη σχολική τάξη και τα ιδιαίτερα. Ένιωθα ότι τη χρειαζόμουν αυτή την ανάπαυλα γιατί είμαι τόσο φορτωμένη όλο αυτό το διάστημα που κάθε κενό στις υποχρεώσεις φαίνεται υπέρ-δελεαστικό. Έτσι απέρριψα την πρόταση του Λ. για κάποιο τριήμερο, του αντιπρότεινα να περάσουμε τριήμερο στο σπίτι μου, και απλώς να βγαίνουμε βόλτες, να δούμε φίλους και να λιώσουμε και λίγο σπίτι. Δέχτηκε χωρίς κόπο. Έτσι, 'μετακόμισε' σε μένα και Πέμπτη βράδυ είδαμε DVD, παραγγείλαμε πίτσα και περάσαμε σούπερ. Η έκπληξη για μένα ήταν όταν η κολλητή μου Δ. μου έστειλε μήνυμα ότι έρχεται Αθήνα για το τριήμερο. Θα ήταν εδώ Παρασκευή απόγευμα και είχε λέει σούπερ νέα να μου πει. Κάτι μέσα μου ήξερε τι νέα ήταν αυτά και εμένα δεν μου φαίνονταν και τόσο σούπερ.
Flash back: Να σας θυμίσω ότι η Δ. είναι η φίλη μου που είμαστε συνάδελφοι, τη γνώρισα στη σχολή και είναι διορισμένη στην επαρχία. Παρότι φέτος είχε τα μόρια να έρθει Αθήνα, επέλεξε να παραμείνει στο χωριό που έχει διοριστεί γιατί ερωτεύτηκε. Όταν είχα πρωτοπάει να την δω πέρσι, είχα γνωρίσει τον καλό της. Και δεν μπορώ να πω ότι τον συμπάθησα ιδιαίτερα. Νομίζω ούτε και εκείνος. Και πριν προλάβει κανείς σας να σκεφτεί ότι είμαι μια κλασσική Αθηναία που κρίνει αφ' υψηλού το παιδί απ'το χωριό να σας πω ότι δεν ισχύει. Κατασυμπάθησα τον γιο της σπιτονυκοκοιράς της, τον ντόπιο διευθυντή της και άλλα πολλά άτομα. Όμως τον ελαφρώς μάτσο τριαντάρη με το i-phone που στραβοκοίταζε τη φίλη μου επειδή φορούσε ένα φορεματάκι κοντό δεν τον συμπάθησα. Και που όταν στη συζήτηση μας αναφέρθηκε ο γκέι κολλητός μου Α. έκανε ένα μορφασμό απέχθειας. Φορτώνω εγώ σταδιακά, αλλά για χάρη της Δ. που μοιάζει πολύ χαρούμενη στη σχέση της δε λέω τίποτα. Κάνω πολιτισμένη συζήτηση και την ακούω τις μέρες εκείνες να μου λέει πόσο την προσέχει, τι καλά που περνάνε και πόσο τον έχει ερωτευτεί. Εμένα μου φαίνονται λίγο περίεργα όλα αυτά αλλά επειδή εκείνο τον καιρό εγώ βρισκόμουν στη φάση με τον Θ. σκέφτηκα να μην της το χαλάσω, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής ποια ήμουν εγώ που θα κρίνω τις επιλογές της, ειδικά με δεδομένες τις δικές μου επιλογές σε εκείνη τη φάση. Μέσα μου όμως πίστευα ότι δεν θα μείνουν για πολύ μαζί. Και κάθε φορά που την άκουγα στεναχωρημένη στο τηλέφωνο, θυμωμένη ή κλαμένη από τους καυγάδες τους, σκεφτόμουν, θα'ρθει Αθήνα και θα τον αφήσει πίσω της. Να, όμως που το καλοκαίρι μου σκάει το παραμύθι ότι δε ζήτησε μετάθεση και πέρασε εκεί το περισσότερο καιρό του καλοκαιριού και πήγαν και οι γονείς της και άρχισε να σοβαρεύει το πράγμα. Μέσες άκρες της μίλησα τότε. Αλλά ήταν ερωτευμένη. Και δεν άκουγε. Έβρισκε δικαιολογία για την κάθε του ζήλια, για τον κάθε περιορισμό, για το ασφυκτικό του φέρσιμο, για την σταδιακή αποκοπή της από τους φίλους της. Άκουγε τις συνομιλίες μας στο κινητό σε hands free, πράγμα που εκείνη δεν παραδέχτηκε ποτέ αλλά εγώ το κατάλαβα. Αλλά αυτούς τους μήνες η δουλειά, η σχολή, ο Λ. με απασχόλησαν τόσο, που το αμέλησα το θέμα, το άφησα , δεν με παίρνεις τηλέφωνο, δε σε παίρνω κ εγώ τόσο συχνά, αλλά ρε π...η είσαι η κολλητή μου, και να χαθούμε για λίγο δεν αλλάζει τίποτα.
Έτσι φτάσαμε σ' αυτό το σαββατιάτικο πρωινό που συναντηθήκαμε όλο χαρά στα Public, μια μέρα ηλιόλουστη, που είχα διώξει τις ανήσυχες σκέψεις και ήμουν έτοιμη να απολαύσω έναν καφέ με τη φιλενάδα μου. Αμ δε. Με το που με βλέπει, αγκαλιές, φιλιά και στο καπάκι 'Μάντεψε..παντρεύομαι'. Γκντουπ. όχι, δεν έπεσα εκεί επιτόπου, αλλά το effect ήταν το ίδιο. Πρέπει να πάγωσα λιγάκι, άργησα να χαμογελάσω, πάντως δεν έγινε η κλασσική σκηνή που οι κολλητές αγκαλιάζονται και χοροπηδάνε σα τα χαζά στη μέση του δρόμου όταν συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Η Δ. έγινε και αυτή με τη σειρά της παγοκολώνα και βρεθήκαμε στην αρχή να μιλάμε σα δύο απλώς γνωστές που λένε χλιαρά τα νέα τους. Να μην σας τα πολυλογώ, σε μία φάση δεν άντεξα, της είπα ότι θα της μιλήσω ειλικρινά και της εξέφρασα τους φόβους μου για αυτό το βήμα. Ήταν σίγουρη για αυτόν τον άντρα? Για τις βάσεις της σχέσης του? Ήταν πολύ ευτυχισμένη μαζί του? Ταίριαζαν? Μπορούσε να ζήσει όλη τη ζωή της στην επαρχία? αυτές ήταν οι απλές ερωτήσεις γιατί τις άλλες που έκαιγαν τη γλώσσα μου και τις καταχώνιαζα μέσα μου δεν τις είπα. Αντέχεις να σε ζηλεύει τόσο πολύ? Να σε παίρνει 10 τηλέφωνα την ώρα? Να κάνει καυγά αν δεν απαντήσεις σε κάποιο μήνυμά του στο καπάκι? Να κακολογεί τους δικούς σου ανθρώπους? Να κλείνει το μυαλό σου που εσύ είχες ανοίξει με την πείρα?
Η Δ. έγινε έξαλλη. Με κατηγόρησε ότι είμαι εγωίστρια, ότι τη ζηλεύω. ότι δε συμπάθησα ποτέ τον μέλλοντα σύζυγο και διάφορα άλλα. Μου είπε ότι δεν ξέρει αν θα με καλέσει στο γάμο. Μου είπε ότι έχω αλλάξει και δεν με αναγνωρίζει. Μέσα μου σκεφτόμουν : 'Αν ήξερε για τον Θ. θα μου το κοπάναγε, θα με έλεγε ξεδιάντροπη. Τι καλά που δεν ξέρει.'
Πήγε η κάθε μια σπίτι της. Πήρα την Ε., υπεραστικό, Λονδίνο και της τα έλεγα κλαίγοντας. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα μαλώναμε έτσι με την Δ. Ο Λ. είναι σίγουρος ότι η Δ. θα δει ότι δεν πάει, έχρι τα Χριστούγεννα που είναι ο γάμος και θα τον ακυρώσει και θα ξαναγίνουν τα πράγματα μεταξύ μας όπως παλιά. Εγώ φοβάμαι ότι κάτι έχει σπάσει. Και αν έχει σπάσει ρε παιδιά, ξανακολλάει?
Όλα προμήνυαν ένα όμορφο τριήμερο. Οι γονείς μου είχαν πάει μια εκδρομή στο εξοχικό κάποιων φίλων τους, ο Λ. δεν είχε πολύ δουλειά και εγώ είχα ξεμπερδέψει με εργασίες για το μεταπτυχιακό και ετοιμαζόμουν να απολαύσω τρεις μέρες μακριά από την πολύβουη σχολική τάξη και τα ιδιαίτερα. Ένιωθα ότι τη χρειαζόμουν αυτή την ανάπαυλα γιατί είμαι τόσο φορτωμένη όλο αυτό το διάστημα που κάθε κενό στις υποχρεώσεις φαίνεται υπέρ-δελεαστικό. Έτσι απέρριψα την πρόταση του Λ. για κάποιο τριήμερο, του αντιπρότεινα να περάσουμε τριήμερο στο σπίτι μου, και απλώς να βγαίνουμε βόλτες, να δούμε φίλους και να λιώσουμε και λίγο σπίτι. Δέχτηκε χωρίς κόπο. Έτσι, 'μετακόμισε' σε μένα και Πέμπτη βράδυ είδαμε DVD, παραγγείλαμε πίτσα και περάσαμε σούπερ. Η έκπληξη για μένα ήταν όταν η κολλητή μου Δ. μου έστειλε μήνυμα ότι έρχεται Αθήνα για το τριήμερο. Θα ήταν εδώ Παρασκευή απόγευμα και είχε λέει σούπερ νέα να μου πει. Κάτι μέσα μου ήξερε τι νέα ήταν αυτά και εμένα δεν μου φαίνονταν και τόσο σούπερ.
Flash back: Να σας θυμίσω ότι η Δ. είναι η φίλη μου που είμαστε συνάδελφοι, τη γνώρισα στη σχολή και είναι διορισμένη στην επαρχία. Παρότι φέτος είχε τα μόρια να έρθει Αθήνα, επέλεξε να παραμείνει στο χωριό που έχει διοριστεί γιατί ερωτεύτηκε. Όταν είχα πρωτοπάει να την δω πέρσι, είχα γνωρίσει τον καλό της. Και δεν μπορώ να πω ότι τον συμπάθησα ιδιαίτερα. Νομίζω ούτε και εκείνος. Και πριν προλάβει κανείς σας να σκεφτεί ότι είμαι μια κλασσική Αθηναία που κρίνει αφ' υψηλού το παιδί απ'το χωριό να σας πω ότι δεν ισχύει. Κατασυμπάθησα τον γιο της σπιτονυκοκοιράς της, τον ντόπιο διευθυντή της και άλλα πολλά άτομα. Όμως τον ελαφρώς μάτσο τριαντάρη με το i-phone που στραβοκοίταζε τη φίλη μου επειδή φορούσε ένα φορεματάκι κοντό δεν τον συμπάθησα. Και που όταν στη συζήτηση μας αναφέρθηκε ο γκέι κολλητός μου Α. έκανε ένα μορφασμό απέχθειας. Φορτώνω εγώ σταδιακά, αλλά για χάρη της Δ. που μοιάζει πολύ χαρούμενη στη σχέση της δε λέω τίποτα. Κάνω πολιτισμένη συζήτηση και την ακούω τις μέρες εκείνες να μου λέει πόσο την προσέχει, τι καλά που περνάνε και πόσο τον έχει ερωτευτεί. Εμένα μου φαίνονται λίγο περίεργα όλα αυτά αλλά επειδή εκείνο τον καιρό εγώ βρισκόμουν στη φάση με τον Θ. σκέφτηκα να μην της το χαλάσω, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής ποια ήμουν εγώ που θα κρίνω τις επιλογές της, ειδικά με δεδομένες τις δικές μου επιλογές σε εκείνη τη φάση. Μέσα μου όμως πίστευα ότι δεν θα μείνουν για πολύ μαζί. Και κάθε φορά που την άκουγα στεναχωρημένη στο τηλέφωνο, θυμωμένη ή κλαμένη από τους καυγάδες τους, σκεφτόμουν, θα'ρθει Αθήνα και θα τον αφήσει πίσω της. Να, όμως που το καλοκαίρι μου σκάει το παραμύθι ότι δε ζήτησε μετάθεση και πέρασε εκεί το περισσότερο καιρό του καλοκαιριού και πήγαν και οι γονείς της και άρχισε να σοβαρεύει το πράγμα. Μέσες άκρες της μίλησα τότε. Αλλά ήταν ερωτευμένη. Και δεν άκουγε. Έβρισκε δικαιολογία για την κάθε του ζήλια, για τον κάθε περιορισμό, για το ασφυκτικό του φέρσιμο, για την σταδιακή αποκοπή της από τους φίλους της. Άκουγε τις συνομιλίες μας στο κινητό σε hands free, πράγμα που εκείνη δεν παραδέχτηκε ποτέ αλλά εγώ το κατάλαβα. Αλλά αυτούς τους μήνες η δουλειά, η σχολή, ο Λ. με απασχόλησαν τόσο, που το αμέλησα το θέμα, το άφησα , δεν με παίρνεις τηλέφωνο, δε σε παίρνω κ εγώ τόσο συχνά, αλλά ρε π...η είσαι η κολλητή μου, και να χαθούμε για λίγο δεν αλλάζει τίποτα.
Έτσι φτάσαμε σ' αυτό το σαββατιάτικο πρωινό που συναντηθήκαμε όλο χαρά στα Public, μια μέρα ηλιόλουστη, που είχα διώξει τις ανήσυχες σκέψεις και ήμουν έτοιμη να απολαύσω έναν καφέ με τη φιλενάδα μου. Αμ δε. Με το που με βλέπει, αγκαλιές, φιλιά και στο καπάκι 'Μάντεψε..παντρεύομαι'. Γκντουπ. όχι, δεν έπεσα εκεί επιτόπου, αλλά το effect ήταν το ίδιο. Πρέπει να πάγωσα λιγάκι, άργησα να χαμογελάσω, πάντως δεν έγινε η κλασσική σκηνή που οι κολλητές αγκαλιάζονται και χοροπηδάνε σα τα χαζά στη μέση του δρόμου όταν συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Η Δ. έγινε και αυτή με τη σειρά της παγοκολώνα και βρεθήκαμε στην αρχή να μιλάμε σα δύο απλώς γνωστές που λένε χλιαρά τα νέα τους. Να μην σας τα πολυλογώ, σε μία φάση δεν άντεξα, της είπα ότι θα της μιλήσω ειλικρινά και της εξέφρασα τους φόβους μου για αυτό το βήμα. Ήταν σίγουρη για αυτόν τον άντρα? Για τις βάσεις της σχέσης του? Ήταν πολύ ευτυχισμένη μαζί του? Ταίριαζαν? Μπορούσε να ζήσει όλη τη ζωή της στην επαρχία? αυτές ήταν οι απλές ερωτήσεις γιατί τις άλλες που έκαιγαν τη γλώσσα μου και τις καταχώνιαζα μέσα μου δεν τις είπα. Αντέχεις να σε ζηλεύει τόσο πολύ? Να σε παίρνει 10 τηλέφωνα την ώρα? Να κάνει καυγά αν δεν απαντήσεις σε κάποιο μήνυμά του στο καπάκι? Να κακολογεί τους δικούς σου ανθρώπους? Να κλείνει το μυαλό σου που εσύ είχες ανοίξει με την πείρα?
Η Δ. έγινε έξαλλη. Με κατηγόρησε ότι είμαι εγωίστρια, ότι τη ζηλεύω. ότι δε συμπάθησα ποτέ τον μέλλοντα σύζυγο και διάφορα άλλα. Μου είπε ότι δεν ξέρει αν θα με καλέσει στο γάμο. Μου είπε ότι έχω αλλάξει και δεν με αναγνωρίζει. Μέσα μου σκεφτόμουν : 'Αν ήξερε για τον Θ. θα μου το κοπάναγε, θα με έλεγε ξεδιάντροπη. Τι καλά που δεν ξέρει.'
Πήγε η κάθε μια σπίτι της. Πήρα την Ε., υπεραστικό, Λονδίνο και της τα έλεγα κλαίγοντας. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα μαλώναμε έτσι με την Δ. Ο Λ. είναι σίγουρος ότι η Δ. θα δει ότι δεν πάει, έχρι τα Χριστούγεννα που είναι ο γάμος και θα τον ακυρώσει και θα ξαναγίνουν τα πράγματα μεταξύ μας όπως παλιά. Εγώ φοβάμαι ότι κάτι έχει σπάσει. Και αν έχει σπάσει ρε παιδιά, ξανακολλάει?