Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Πρώτο Ραντεβού


Αν κάτι χαρακτηρίζει το πρώτο ραντεβού αυτό νομίζω είναι η λέξη ‘άγχος’. Θα μου αρέσει, θα του αρέσω, θα έχουμε πράγματα να πούμε,  πόσο να πιω, τι να φορέσω, που να πάμε… και μπορεί να ακολουθήσει λίστα ολόκληρη από ερωτήματα που σου καίνε τα εγκεφαλικά κύτταρα στο άψε σβήσε. Αυτό λοιπόν που τόσο παραστατικά περιγράφω δεν το είχα νιώσει ποτέ μέχρι τώρα. Έβλεπα τις φίλες μου (αλλά και κάποιους φίλους) να το περνάνε όλο αυτό και σκεφτόμουν ‘γιατί’? Η δική μου θεωρία ήταν ότι αν αυτός που βγαίνετε αξίζει τον κόπο θα το καταλάβεις σε γενικές γραμμές με τη μία, ακόμα και αν οι συνθήκες δεν είναι οι ιδανικές. Τις λεπτομέρειες θα τις δεις στην πορεία, στο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο ραντεβού. Οπότε ποιος ο λόγος να αγχώνεσαι προκαταβολικά? Έβλεπα τους πάντες να θέλουν να βιώσουν εξαρχής την τελειότητα. Η μία μου κολλητή, η Δ., έκανε ολόκληρο στρατηγικό σχέδιο κάθε φορά. Εγώ πάλι ήμουν του αυτοσχεδιασμού. Παράδειγμα: Βγαίνω με ένα παιδί και με πάει σε ένα μπαρ με τόσο δυνατή μουσική που κάθε επικοινωνία πέρα από ουρλιαχτά είναι αδύνατη. Τον βλέπω που έχει αγχωθεί και ξέρει ότι έκανε λάθος επιλογή. Του λέω εγώ να φύγουμε και να περπατήσουμε μέχρι να βρούμε κάτι που μας αρέσει. Ή μια άλλη φορά είχα διαλέξει εγώ ταινία και ήταν πολύ σινεφίλ για τα γούστα του παρτενέρ μου. Βαρέθηκε τη ζωή του. Βγαίνοντας απ’ το σινεμά, του πρότεινα να πάμε κάπου για ένα χαλαρό ποτό, όπου θέλει εκείνος,  για να τον αποζημιώσω για την ταλαιπωρία. Καταλήξαμε να πίνουμε μπύρα στην παραλία. Θέλω να πω πως όταν έχεις καλή διάθεση και λίγο χιούμορ και είσαι και γενικά καλόβολος άνθρωπος, σπάνια κάποιο ραντεβού θα είναι καταστροφή.
Τώρα γιατί σας πρήζω μία ώρα με θεωρίες για ραντεβού? Γιατί μετά από πολύ καιρό που είχα να το κάνω, βγήκα πρώτο ραντεβού το Σάββατο που μας πέρασε. Η μητέρα μου, μου είχε πει να μην κατέβω (και) αυτό το σαββατοκύριακο γιατί ο μπαμπάς μου αγχώνεται περισσότερο ότι με ταλαιπωρεί. Αλλά εγώ όλη την εβδομάδα μιλούσα με τον Λ. στο face και στο τηλέφωνο και λέγαμε να βρεθούμε για κανένα ποτάκι. Ήθελα να βγούμε. Ανυπομονούσα κάθε βράδυ που θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Καθόμουν τα μεσημέρια στο facebook και έμπαινε και εκείνος  για λίγο ξεκινώντας κάθε φορά τη συζήτηση με τη φράση ‘για χάρη σου μπαίνω, πνίγομαι’.  Ακολουθούσε ένας προκάτ εισαγωγικός διάλογος που παραθέτω παρακάτω:
-Για χάρη σου μπαίνω, πνίγομαι
-Ναι, καλά, όλο στο chat σε βλέπω
-Ε, βέβαια, αφού εσύ έχεις σχολάσει από τις 2 και κάθεσαι..
-Ναι, ξέχασα, εσύ παρακολουθείς μη τυχόν έχει καμιά εξέλιξη κανένας celebrity
Όπως φάνηκε, πετάμε μπηχτές ο ένας στον άλλο για τη δουλειά του. Εκείνος με πειράζει ότι κάθομαι, εγώ ότι γράφει άχρηστα πράγματα. Φυσικά είναι πειράγματα. Μέσα στη κουβέντα λοιπόν, μου πρότεινε το Σάββατο να πάμε σε μία συναυλία ενός νέου συγκροτήματος που τους γνώρισε από το free press. Να ακούσουμε ωραία μουσικούλα και να πιούμε και ένα χαλαρό ποτάκι. Κανονικό ραντεβού δηλαδή. Είχαμε πάει μια φορά για καφέ αλλά ήταν για λίγο και με άλλους μαζί (ήμουν και στη μέση της φάσης με τον πατέρα μου), οπότε δεν πιάνεται. Από την Πέμπτη που μου το πρότεινε άρχισα να έχω ένα άγχος που δεν έχω ξανανιώσει άλλη φορά. Όταν έφτιαχνα το σακ βουαγιάζ μου κάθισα και έκανα όλους τους πιθανούς συνδυασμούς ρούχων και αξεσουάρ που επέτρεπε η ντουλάπα μου. Και επίσης την Παρασκευή στο σχολείο ένιωθα πολύ περίεργα με τον Θ.
Μεγάλη παρένθεση… Τι γίνεται με τον Θ.? Μετά το σαββατοκύριακο που περάσαμε μαζί, κόψαμε κάθε επαφή.  Ξέρω ότι και για τους δυο μας ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο αλλά ταυτόχρονα τράβηξε την διαχωριστική γραμμή. Δεν το είπαμε ποτέ με λόγια αλλά όταν γυρίζαμε υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Αν συνεχίζαμε μετά από εκείνο το διήμερο θα γινόμασταν ζευγάρι, με πολύ κίνδυνο για την ψυχική υγεία και των δύο μας και της δικής του οικογένειας. Δεν θα αρνηθώ πως στην αρχή ήταν δύσκολο, ειδικά γιατί στο μυαλό μου τριγύριζαν ελεύθερες σκέψεις, στιγμές, εικόνες και εξομολογήσεις  από εκείνο το δωμάτιο ξενοδοχείου. Τώρα όμως τα έβαλα σε ένα κουτάκι, το έκλεισα και θα κάνω καιρό να το ανοίξω. Θέλω και έχω την ανάγκη να ξεκινήσω κάτι καινούργιο, κάτι δικό μου. Είμαι τυχερή που υπάρχει ο Λ. γιατί δεν συνεχίζω με κάτι που είναι συμβιβασμός αλλά με κάτι που μου αρέσει πραγματικά. Ναι, υπάρχει ακόμα ένταση ανάμεσα σε μένα και τον Θ. αλλά είναι ελεγχόμενη και σε ένα μήνα από τώρα δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.
Επιστροφή στο ραντεβού. Έβαλα φουστανάκι και μπαλαρίνες. Ήμουν πολύ girlie. Η συναυλία ήταν πολύ ωραία και η ατμόσφαιρα πολύ ευνοϊκή για να έρθεις πιο κοντά. Το άγχος και η αγωνία έλιωσαν σιγά σιγά μέσα στη μουσική, τον χαλαρό χορό και τα σφηνάκια. Στα χαμόγελα του Λ. και το δικό μου γέλιο με τα αστεία του. Εμφανίστηκαν ένα δευτερόλεπτο πριν σκύψει να με φιλήσει  αλλά μετά καθώς με στριφογύρισε στο μπαρ πριν με ξαναφιλήσει, ήξερα ότι όλα κυλάνε όμορφα. Όταν σταματάει να σε φιλάει ο άλλος και εσύ χαμογελάς και νιώθεις μια γλύκα μέσα σου, ναι, νομίζω είναι η αρχή μιας σχέσης!

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Ένα Πάσχα με Γολγοθά (και ποιος είναι τελικά αυτός ο Λ?)

 Πάσχα στο νοσοκομείο. Κατά ένα περίεργο τρόπο είναι ένας κατανυκτικός τρόπος να περάσεις αυτές τις μέρες. Εννοώ, νιώθεις την αγωνία, και αν τα πράγματα πάνε καλά, βιώνεις την Ανάσταση. Αν όχι..οκ, δεν θέλω να το σκέφτομαι...Κατέβηκα μες στην τρελή χαρά για τις διακοπές..Είχα σκοπό να μην αφήσω Γκαζόμπαρο για Γκαζόμπαρο για καφέδες και ποτάκια. Να δω τους φίλους μου. Να περάσω λίγο χρόνο με τους δικούς μου. Ακόμα και να φλερτάρω. Και γιατί όχι? Ήμουν αποφασισμένη να μην σκεφτώ τον Θ. και να μην πέσω στο τριπάκι να βάλω στον εαυτό μου περιορισμούς και δεσμεύσεις που στην ουσία δεν υπάρχουν μεταξύ μας.Είμαι 25 χρονών και τώρα είναι ο καιρός να κάνω την ζωή μου. Με τον Θ. μετά το Σαββατοκύριακοπου περάσαμε μαζί δεν άλλαξε κάτι. Ίσως μέσα μας να νιώθαμε ότι είχαμε μοιραστεί κάτι πιο ουσιαστικό, ότι γνωρίσαμε λίγο καλύτερα ο ένας τον άλλον, ότι δεν ήμαστε απλώς δύο σώματα και μια χημεία…όμως στην καθημερινότητα δεν είχε αλλάξει τίποτα. Απλές κουβέντες στην αίθουσα των δασκάλων, μία συνάντηση εκτός σχολείου στην καφετέρια όπου εγώ είχα πάει με την συνάδελφο των Αγγλικών και εκείνος με τη γυναίκα του και κάποιο φιλικό ζευγάρι και ένα τυπικό φιλί στο μάγουλο για Καλό Πάσχα. Εν τω μεταξύ μάζευα τα χαρτιά μου για να κάνω αίτηση για μεταπτυχιακό στην Ψυχολογία. Συστατικές, βιογραφικά, αιτησεις και ένα σωρό χαρτομάνι…Και ήρθε η Μεγάλη Δευτέρα στην Αθήνα πια. Ήμουν σε κάτι ψώνια στο κέντρο όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ξέρω τώρα αυτό που θα πω δεν έχει καμία λογική εξήγηση αλλά τη στιγμή που έβγαζα το κινητό από την τσάνα μου,ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η φωνή της μητέρας μου είχε μία ελαφριά νότα υστερίας. ‘Ο μπαμπάς…νομίζω έπαθε έμφραγμα..έρχεται ασθενοφόρο..έλα αμέσως’ Άρπαξα το μπράτσο της φίλης μου και στην αρχή με ψυχραιμία της είπα τι συνέβη. Πήγαμε για ταξί. Ήρθε μαζί μου. Μέσα στο ταξί με έπιασαν τα κλάματα και θυμάμαι τον ταξιτζή να μου λέει ‘Μη κλαις ρε κοπελιά, θα είναι καλά ο μπαμπάς σου, θα δεις’. Τελικά ήταν έμφραγμα, κατά κάποιο τρόπο ελαφράς μορφής (βέβαια τι ελαφράς μορφής που έμεινε 8 μέρες στο νοσοκομείο) αλλά έκανε ένα σωρό εξετάσεις που βρήκαν κάποιες βουλωμένες αρτηρίες και έκανε μπαλονάκι και μην σας τα πολυλογώ εγώ και η μαμά μου καθίσαμε στο νοσοκομείο με βάρδιες όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και ανήμερα, οι δύο κολλητές μου έρχονταν να με δουν στο νοσοκομείο, ο Α. που έλειπε για Πάσχα με έπαιρνε 2 φορές τη μέρα τηλέφωνο και έδειξε ένα καινούργιο πρόσωπο τον πιθανό του ρόλο στη ζωη μου.
Μετά τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν είχα αρχίσει να επικοινωνώ στο facebook με έναν παλιό μου συμμαθητή από το Γυμνάσιο. Τον συμπαθούσα τότε και μπορώ να πω ότι στην Τρίτη γυμνασίου τον είχα δει και κάπως αλλιώς αλλά δεν έγινε τίποτα γιατί α)δεν νομίζω να με έβλεπε εκείνος έτσι και β) ήμουν πολύ μαζεμένη ως προς τα αγοράκια και μάλλον έτεινα ελαφρώς προς το αγοροκόριτσο στυλ οπότε forget it. Τον Λ. λοιπόν τον έκανα εγώ add. Τον βρήκα από μια κοινή μας συμμαθήτρια που απ’ότι κατάλαβα κάνουν ακόμα πολλή παρέα. Στο facebook έχω λίγα άτομα και είναι αυστηρά άτομα που ξέρω και ποτέ άγνωστοι ή έστω φίλοι φίλων. Άτομα που έχουμε και προσωπική επαφή. Τον Λ. όμως τον έκανα παρότι είχαμε χαθεί γιατί μου τράβηξε το ενδιαφέρον η εξέλιξή του. Στο Γυμνάσιο φαινόταν η εξυπνάδα του και το κάπως αντισυμβατικό του πνεύμα. Ανακάλυψα λοιπόν ότι πλέον έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και γράφει σε free press,σε ένα modern περιοδικό μεγάλου ομίλου και σε ένα site χμμ αμφιβόλου ποιότητας-ας το πούμε κουτσομπολίστικο. Διάβασα όλα τα άρθρα του. Ακόμα και αυτά του site από τα οποία δεν περιμένεις και την απίστευτη ποιότητα, έχουν ένα ιδιαίτερο στυλ. Έτσι λοιπόν, γίναμε ‘φίλοι’ και κατά καιρούς αρχίσαμε να μιλάμε στο chat. Αρχικά κάναμε χιουμοριστικά σχόλια ο ένας στο status του άλλου ή σε κάποιες φωτό, με πείραζε για την ομάδα που υποστηρίζω (Πανιώνιος-από έναν πρώην που χωρίσαμε αλλά έμεινε το κόλλημα με την ομάδα, ο Λ. είναι Παναθηναϊκός) και γενικά είχαμε αναπτύξει μια διαδικτυακή οικειότητα. Δεν είχαμε βγει ούτε μία φορά. Όμως νομίζω ότι φλερτάραμε κάπως… το φλερτ στο διαδίκτυο είναι λίγο περίεργο, δεν το συνειδητοποιείς ή καμιά φορά το συνεχίζεις γιατί ξέρεις ότι μόλις πατήσεις αποσύνδεση, τέλος. Είχαμε πει λοιπόν να βγούμε τις μέρες του Πάσχα, πράγμα που ακυρώθηκε λόγω της κατάστασης στο σπίτι. Ανταλλάξαμε όμως κινητά και μου έστελνε μηνύματα συμπαράστασης.
Αυτό τον καιρό κατεβαίνω Αθήνα κάθε σαββατοκύριακο για να περνάω χρόνο με τους δικούς μου. Ο μπαμπάς μου είναι σπίτι και ξεκουράζεται με αναρρωτική άδεια από τη δουλειά του. Η μητέρα μου τα καταφέρνει μόνη της και μου λέει να μην ταλαιπωρούμαι και εγώ αλλά δεν μπορώ να μείνω μακριά. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είχε πεθάνει ο μπαμπάς μου (ναι, τελικά είμαι κορίτσι του μπαμπά) και με πιάνουν τα κλάματα. Που είσαι Θ.? Δεν μπορείς να μου σταθείς, να με παρηγορήσεις, να πάρω δύναμη από σένα. Είσαι αλλού και το ξέρω. Όμως υπάρχει πλέον ο Λ., ένας 25χρονος,που οι φίλοι μου μου λένε ‘καλά, ποιος είναι αυτός ο Λ, που φλερτάρετε στο face?’, ο οποίος με πήρε αγκαλιά το Σάββατο που βγήκαμε για καφέ πρώτη φορά και μου ψιθύρισε στ’ αυτί ‘cos she’s a supergirl and supergirls don’t cry’ και ένιωσα ότι κουράστηκα να είμαι supergirl. Και απέναντι μου βρισκόταν ένα πιθανό superboy με ανάκατα μαλλιά και all star. Αυτός είναι τελικά ο Λ.